Υπάρχουν στιγμές που ο ανθρώπινος νους, αντί να σταθεί απέναντι στα μεγάλα και ακατέργαστα ερωτήματα της ζωής, επιλέγει να τα παρακάμψει, ειδικά όταν το βάρος τους είναι δυσανάλογο προς την αντοχή της συνείδησης. Ο νους τείνει να εγκαταλείπει το ανοιχτό πεδίο της αβεβαιότητας και να προσκολλάται σε ζητήματα που μπορούν να κατονομαστούν, να αναλυθούν και να επαναληφθούν. Με αυτόν τον τρόπο δεν αναιρεί το άγχος, αλλά το μετασχηματίζει σε μια μορφή που μπορεί να υποστεί, χωρίς να καταρρεύσει. Έτσι, το άγχος μετατοπίζεται: από το αόριστο και υπαρξιακό γίνεται συγκεκριμένο, οριοθετημένο και φαινομενικά πιο διαχειρίσιμο.
Η καθημερινότητά μας, οι σχέσεις, τα όνειρα και οι επιθυμίες μας, τα άγχη, οι ματαιώσεις, η ψυχική και πνευματική μας ζωή, μοιάζουν με ένα αχανές σπίτι γεμάτο αμέτρητους, ανόμοιους χώρους. Υπάρχουν δωμάτια λουσμένα στο φως και άλλα βυθισμένα στη σκιά. Δωμάτια της μνήμης και της λαχτάρας, της απώλειας και της γέννας, του φόβου και της αγάπης. Κι όμως, κάποιες φορές εγκαταλείπουμε ολόκληρη αυτή την εσωτερική κατοικία, για να κλειστούμε πεισματικά σε ένα και μόνο δωμάτιο: εκείνο της εμμονής. Εκεί μένουμε εγκλωβισμένοι, σαν να πάγωσε ο χρόνος, λησμονώντας πως πίσω από τις κλειστές πόρτες τα υπόλοιπα δωμάτια εξακολουθούν να ανασαίνουν σιωπηλά μέσα μας.
Η νοσοφοβία, η μικροβιοφοβία, οι ιδεοληψίες, η αδιάκοπη αυτοπαρατήρηση, η ανάγκη καθησυχασμού δεν είναι πάντοτε το πραγματικό κέντρο της αγωνίας. Συχνά είναι το προσωπείο της. Είναι η μάσκα που φορά το άγχος για να γίνει πιο ανεκτό. Ως εκ τούτου, η εμμονικότητα δεν είναι μια κακή συνήθεια της σκέψης, ούτε απλώς μια υπερβολική ανησυχία. Πολύ συχνά αποτελεί έναν μηχανισμό αγχολύσης, έναν τρόπο με τον οποίο ο ψυχισμός επιχειρεί να προστατευτεί από άγχη βαθύτερα, σκοτεινότερα και δυσκολότερα να ονομαστούν. Το άγχος δεν εξαφανίζεται, απλώς αλλάζει μορφή.
Από αόριστο και υπαρξιακό γίνεται συγκεκριμένο, καθημερινό και σχεδόν ατέρμονο.
Με αυτόν τον τρόπο, αντί να βασανίζεται κανείς από την αβεβαιότητα της ζωής, τον φόβο της απώλειας, τη μοναξιά, τη φθορά, τον θάνατο ή την αγωνία του νοήματος, μπορεί να παγιδευτεί σε άλλα ερωτήματα:
μήπως αρρώστησα;
μήπως μολύνθηκα;
μήπως έκανα λάθος;
μήπως κάτι δεν λειτουργεί σωστά μέσα μου;
μήπως δεν είμαι αρκετά ασφαλής, αρκετά σωστός, αρκετά καθαρός;
Ο νους, με έναν παράδοξο τρόπο, προτιμά πολλές φορές ένα μικρό ψέμα από μια μεγάλη αλήθεια. Προτιμά μια φοβία που μπορεί να κατονομάσει, από έναν φόβο που διαχέεται παντού. Έτσι δημιουργείται το ψευδοπρόβλημα: ένα θέμα που φαίνεται επείγον και τεράστιο, ενώ στην ουσία λειτουργεί ως υποκατάστατο ενός άλλου, βαθύτερου και ουσιαστικότερου προβλήματος.
Γι’ αυτό και η εμμονή έχει μια διπλή φύση. Από τη μία πλευρά είναι αυτοπροστατευτική. Δίνει την αίσθηση ότι κάτι μπορεί να ελεγχθεί. Προσφέρει αντικείμενο σκέψης. Συγκεντρώνει τη διασκορπισμένη αγωνία σε ένα σημείο.
Οργανώνει, έστω προσωρινά, το εσωτερικό χάος. Από την άλλη πλευρά, όμως, είναι και αυτοκαταστροφική. Απορροφά τεράστια ψυχική ενέργεια. Στενεύει τον ορίζοντα της ζωής. Απομακρύνει τον άνθρωπο από τις σχέσεις, τη δημιουργικότητα, τη χαρά και την εμπειρία του παρόντος. Κυρίως, συντηρεί το ίδιο το άγχος που υπόσχεται να θεραπεύσει. Ο άνθρωπος τότε δεν ασχολείται πια με τα προβλήματα της ύπαρξής του, αλλά με τον «προβληματικό εαυτό» του. Δεν λέει «φοβάμαι επειδή ζω μέσα στην αβεβαιότητα που συνοδεύει κάθε ανθρώπινη ζωή», αλλά «κάτι δεν πάει καλά με μένα». Δεν αναγνωρίζει την κοινή μοίρα των ανθρώπων. Αντιθέτως, πιστεύει ότι φέρει μια ιδιαίτερη προσωπική βλάβη. Εκεί βρίσκεται και η μεγάλη παγίδα της εμμονικότητας. Μετατρέπει την ανθρώπινη συνθήκη σε ατομική παθολογία. Κάνει το υπαρξιακό άγχος να μοιάζει με προσωπική αποτυχία.
Η ουσιαστική διέξοδος δεν βρίσκεται πάντοτε στην εξάντληση κάθε επιμέρους φόβου, ούτε στη νίκη απέναντι σε κάθε ιδεοληψία. Βρίσκεται συχνά βαθύτερα: στην αναγνώριση του πένθους που δεν βιώθηκε, της επιθυμίας που καταπιέστηκε, της ζωής που αναβλήθηκε, της ευθύνης που αποφεύχθηκε, της αβεβαιότητας που δεν έγινε αποδεκτή. Όταν ο άνθρωπος αρχίζει να αντέχει τα αληθινά ερωτήματα, οι ψεύτικες μάχες του νου χάνουν σταδιακά τον λόγο ύπαρξής τους. Η εμμονή δεν χρειάζεται πια να τον προστατεύει. Και τότε ανοίγει ξανά η πόρτα του μικρού δωματίου. Έξω δεν τον περιμένει η τέλεια ασφάλεια. Τον περιμένει, όμως, ένα μεγάλο σπίτι γεμάτο ζωή.
Πίσω